"Μια πλατφόρμα για να δεις, να νιώσεις, να εμπνευστείς."

"Μια πλατφόρμα για να δεις, να νιώσεις, να εμπνευστείς."

"Μια πλατφόρμα για να δεις, να νιώσεις, να εμπνευστείς."

Οι Drag Queens ως Μορφή Καλλιτεχνικής και Κοινωνικοπολιτισμικής Έκφρασης

Οι drag queens δεν είναι απλώς ερμηνεύτριες με πολυτελή κοστούμια. Είναι ζωντανά, αναπνεύσιμα έργα τέχνης που θολώνουν τα όρια μεταξύ θεάτρου, μόδας, ψυχολογίας και κοινωνικής κριτικής. Οι ρίζες του drag εκτείνονται βαθιά στην ιστορία, ξεκινώντας από το αρχαίο ελληνικό και το ελισαβετιανό θέατρο, όπου οι άνδρες έπαιζαν γυναικείους ρόλους λόγω κοινωνικού αποκλεισμού και όχι καλλιτεχνικής επιλογής (Baker, 1994). Αυτό που ξεκίνησε ως αναγκαιότητα σταδιακά εξελίχθηκε σε πρόθεση. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, το drag βρήκε την αληθινή του φωνή σε παραστάσεις vaudeville, καμπαρέ και underground queer χώρους, όπου η υπερβολή έγινε δύναμη και η παράσταση έγινε διαμαρτυρία (Senelick, 2000). Οι σύγχρονες drag queens κατασκευάζουν υπερ-ορατές περσόνες χρησιμοποιώντας έντονο μακιγιάζ, γλυπτά σώματα, δραματική κίνηση και θεατρική αφήγηση – όχι για να μιμηθούν τις γυναίκες, αλλά για να εκθέσουν το ίδιο το φύλο ως κάτι σεναριακό, προβαρμένο και θεαματικό. Όπως υποστήριξε η Butler (1990), το drag τραβάει την αυλαία στο φύλο, αποκαλύπτοντάς το ως παράσταση και όχι ως πεπρωμένο. Με αυτόν τον τρόπο, το drag δεν ψιθυρίζει το μήνυμά του, το συγχρονίζει δυνατά κάτω από έναν προβολέα.

Αυτό που προσφέρει το drag στην κοινωνία δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, αλλά και συναίσθημα – ακατέργαστο, ωμό, συλλογικό και αμετανόητο. Οι drag παραστάσεις είναι συναισθηματικά εργαστήρια όπου η χαρά, η ειρωνεία, η οργή, η ευαλωτότητα και η ανθεκτικότητα συνυπάρχουν σε πούλιες και τακούνια. Για το κοινό, το drag δημιουργεί στιγμές κοινής κάθαρσης, ειδικά για όσους έχουν νιώσει απαρατήρητοι ή περιορισμένοι από τους κοινωνικούς κανόνες (Taylor και Rupp, 2005). Για τους ίδιους τους ερμηνευτές, το drag συχνά παράγει μια ισχυρή δυαδικότητα: τον καθημερινό εαυτό και την drag περσόνα. Αντί να προκαλεί ψυχολογικό κατακερματισμό, αυτή η διαίρεση μπορεί να ενισχύσει τη συναισθηματική ρύθμιση, την αυτοπεποίθηση και την αυτοαποδοχή (Goldstein, 2019). Πολλές drag queen περιγράφουν την drag ταυτότητά τους ως μεγεθυντικό παράγοντα – κάνοντας το θάρρος πιο δυνατό, τον φόβο μικρότερο και το συναίσθημα πιο φωτεινο. Περιγράφουν τη διπλή τους ύπαρξη – τη συνύπαρξη ενός ιδιωτικού εαυτού και μιας δημόσιας drag περσόνας. (Brennan και Gudelunas, 2017). Η περσόνα λοιπόν, γίνεται θωράκιση ενάντια στο στίγμα και μεγάφωνο για την αλήθεια, επιτρέποντας στους ερμηνευτές να μετατρέψουν τον προσωπικό πόνο σε κοινοτική ενδυνάμωση. Με αυτόν τον τρόπο, το drag εκτελεί συναισθηματική εργασία για την κοινωνία, διδάσκοντας στο κοινό ότι η ευαλωτότητα μπορεί να είναι λαμπερή και ότι η αυθεντικότητα δεν χρειάζεται να είναι σιωπηλή.

 

Παρά τις συνεισφορές του, το drag έχει επίσης υποστεί κριτικό έλεγχο, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της φεμινιστικής και πολιτισμικής θεωρίας. Ορισμένοι επικριτές έχουν υποστηρίξει ότι η υπερβολική θηλυκότητα του drag κινδυνεύει να ενισχύσει τα στερεότυπα παρουσιάζοντας το φύλο ως παρωδία και όχι ως πολυπλοκότητα (Jeffreys, 2014). Άλλοι επισημαίνουν την κυρίαρχη εμπορευματοποίηση του, υπονοώντας ότι η τηλεόραση και η Pop κουλτούρα έχουν μαλακώσει την πολιτική τους χροιά, μετατρέποντας την εξέγερση σε εύπεπτο θέαμα (Lewis, 2019). Ωστόσο, αυτή η ένταση -μεταξύ ανατροπής και εορτασμού, κριτικής και καρικατούρας- είναι ακριβώς το σημείο όπου ζει η καλλιτεχνική δύναμη του drag. Όπως όλες οι προκλητικές μορφές τέχνης, το drag ευδοκιμεί στην άβολη κατάσταση. Αναγκάζει την κοινωνία να αμφισβητήσει τι είναι «πραγματικό», τι είναι «φυσικό» και ποιος αποφασίζει. Οι drag queen δεν προσφέρουν εύκολες απαντήσεις. Προσφέρουν καθρέφτες καλυμμένους με γκλίτερ, προκαλώντας μας να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά. Και σε έναν κόσμο που έχει εμμονή με άκαμπτες ταυτότητες, το drag μας υπενθυμίζει ότι η αυτοπεποίθηση, όπως και η τέχνη, προορίζεται για να παίζεται μαζί της.

Βιβλιογραφία:

Baker, R. (1994) Drag: A History of Female Impersonation in the Performing Arts. New York: New York University Press.

Brennan, N. and Gudelunas, D. (2017) RuPaul’s Drag Race and the Shifting Visibility of Drag Culture. London: Palgrave Macmillan.

Butler, J. (1990) Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity. New York: Routledge.

Goldstein, T. (2019) ‘Performance, identity, and emotional regulation’, Psychology of Aesthetics, Creativity, and the Arts, 13(2), pp. 153–165.

Jeffreys, S. (2014) Gender Hurts: A Feminist Analysis of the Politics of Transgenderism. London: Routledge.

Lewis, R. (2019) ‘From subculture to mainstream: The commercialization of drag performance’, Cultural Sociology, 13(4), pp. 456–472.

Senelick, L. (2000) The Changing Room: Sex, Drag and Theatre. London: Routledge.

Taylor, V. and Rupp, L.J. (2005) ‘When the girls are men: Negotiating gender and sexual dynamics in a study of drag queens’, Signs, 30(4), pp. 2115–2139.

Αρθρογράφος:

Βίκυ Ρούσσου

Alivemind.gr

Βιωματικές Ιστορίες.....Γράψε την Δική σου!